συνεδριάζω

συνεδριάζω
αμετ. заседать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "συνεδριάζω" в других словарях:

  • συνεδριάζω — pres subj act 1st sg συνεδριάζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζω — συνεδριάζω, συνεδρίασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνεδριάζω — ΝΜΑ [συνεδρία] συμμετέχω σε σύσκεψη, συγκροτώ συνεδρία (α. «η βουλή θα συνεδριάσει την ερχόμενη Πέμπτη» β. «τὸ δικαστήριον συνεδριάζει», Φώτ.) αρχ. (το ουδ. τής παθ. μτχ. αορ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ συνεδριασθέντα οι αποφάσεις, τα ψηφίσματα… …   Dictionary of Greek

  • συνεδριάζω — συνεδρίασα, συνέρχομαι για σύσκεψη και λήψη αποφάσεων: Συνεδρίασε ο σύλλογος των καθηγητών για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνεδριαζόντων — συνεδριάζω pres part act masc/neut gen pl συνεδριάζω pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριασθέντα — συνεδριάζω aor part pass neut nom/voc/acc pl συνεδριάζω aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριασάντων — συνεδριάζω aor part act masc/neut gen pl συνεδριάζω aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζει — συνεδριάζω pres ind mp 2nd sg συνεδριάζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζοντι — συνεδριάζω pres part act masc/neut dat sg συνεδριάζω pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζουσι — συνεδριάζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνεδριάζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζουσιν — συνεδριάζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συνεδριάζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»